Φορολογικά Νέα
Φορολόγηση αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας με συντελεστή 33%
/
(17/11/2015)
Στην ανωτέρω εγκύκλιο η Γ.Γ.Δ.Ε. κάνει μια επισκόπηση των ήδη ισχυουσών διατάξεων και συγκεκριμένα :
Α) Αναφερόμενη στην ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, λέει ότι ισχύουν τα γνωστά από τον παλαιό ΚΦΕ, τα οποία στο νέο ΚΦΕ ( ν.4172/2013 ) αναφέρονται στα άρθρα 30,31,32,33 και 34.
Β) Η προσαύξηση αφορά την κινητή και την ακίνητη περιουσία. Η μεταβολή στη σύνθεση δεν είναι προσαύξηση.
Γ) Για να μη φορολογηθεί η προσαύξηση, πρέπει ο φορολογούμενος να αποδείξει την πραγματική πηγή και την πραγματική αιτία προέλευσης, καθώς επίσης να αποδείξει με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ότι τα εισοδήματα με τα οποία προσαυξήθηκε η περιουσία, ήταν αφορολόγητα και χωρίς υποχρέωση να δηλωθούν, ή φορολογήθηκαν με ειδικό τρόπο πχ πώληση εισηγμένων μετοχών.
Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν κριθούν ικανοποιητικές, η προσαύξηση περιουσίας θα φορολογηθεί.
Δ) Σε δωρεές, γονικές παροχές και δάνεια, ελέγχεται η δυνατότητα των παρόχων να καταβάλλουν τα ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος και φυσικά ελέγχεται η πληρωμή των ανάλογων φόρων ( φόρος δωρεών κλπ ).
Ε) Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί και από τους ελεγκτές και από τους φορολογούμενους στις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών. Επειδή αυτό το σημείο είναι πολύ σημαντικό παραθέτουμε όλη την παράγραφο 8 :
8. Η προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς, καθόσον αναλήψεις / καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές-κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα. Περαιτέρω μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή το θέμα που πρέπει να εξετάζεται δεν είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης στον ίδιο ή άλλο τραπεζικό λογαριασμό αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά υπερκαλύπτουν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών, έτσι ώστε να μην δικαιολογούνται μεταγενέστερες καταθέσεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό. Σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί να αποδειχθεί και να τεκμηριωθεί από τον έλεγχο ότι, οι συγκεκριμένες αναλήψεις που έγιναν από τον φορολογούμενο από έναν ή περισσότερους λογαριασμούς δαπανήθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή λοιπών δαπανών οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί εφικτή η επανακατάθεση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλλους λογαριασμούς.
Επιπλέον ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
Σημειώνεται ότι δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.