Aντιφάσεις όσον αφορά παραβάσεις σχετικές με το περιεχόμενο των καταστάσεων.
Αρκετά θέματα παραμένουν ασαφή και όσον αφορά τις κυρώσεις που αφορούν τις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων προμηθευτών και πελατών, τις επονομαζόμενες ΜΥΦ.
Το σαφές είναι ότι η μη υποβολή των παραπάνω δηλώσεων ή η εκπρόθεσμη υποβολή τους (αρχικών ή τροποποιητικών) συνεπάγεται την επιβολή προστίμου 100 ευρώ, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων.
Ωστόσο από εκεί και πέρα αρχίζουν οι αντιφάσεις όσον αφορά παραβάσεις σχετικές με το περιεχόμενο των καταστάσεων.
Αρχικά η ΠΟΛ.1252/2015 αναφέρει: «ειδικά, ελλιπής κατάσταση φορολογικών στοιχείων, πελατών και προμηθευτών, νοείται η κατάσταση στην οποία δεν έχουν συμπεριληφθεί τα οριζόμενα στις κείμενες διατάξεις στοιχεία, ή στην περίπτωση που έχουν συμπεριληφθεί, αυτά δεν είναι πλήρη ή δεν έχουν αναγραφεί κατά τρόπο ώστε να απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση του φορολογούμενου».
Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η απόκλιση π.χ. με κάποιον προμηθευτή ως προς το ποσό, συνεπάγεται την επιβολή προστίμου σε βάρος αυτού που υπέπεσε σε λάθος.
Ωστόσο η ίδια η ΠΟΛ. αλλά και ο νόμος δεν προβλέπει την επιβολή προστίμου στην περίπτωση αυτή.
Η ίδια η ΠΟΛ αρχικά αναφέρει: «επισημαίνεται ότι πρόστιμο υποβολής ελλιπούς δήλωσης πληροφοριακού χαρακτήρα κατά το άρθρο 54, παρ. 2, περ. α' ΚΦΔ, προβλέπεται μόνον στις φορολογίες Κεφαλαίου».
Πράγματι κατά την παρ.2 του άρθρου 54 : «τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής:
α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 και, στις φορολογίες κεφαλαίου, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων α', β', γ', δ' και στ' της παραγράφου 1». Δηλαδή πέρα της φορολογίας κεφαλαίου, δεν προβλέπεται η επιβολή προστίμου για τις ελλιπείς δηλώσεις των λοιπών φορολογικών αντικειμένων.
Κατά συνέπεια οι αποκλίσεις στα υποβληθέντα στοιχεία δεν συνεπάγονται κατ’ αρχήν την επιβολή κυρώσεων.
Κυρώσεις μπορούν να επέλθουν στην περίπτωση υποβολής νέας δήλωσης για διόρθωση αποκλίσεων, εφόσον αυτές υπερβαίνουν το ποσό εκείνο για το οποίο δεν απαιτείται διόρθωση (100 ευρώ ανά συμβαλλόμενο).
Ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις η ύπαρξη αποκλίσεων μπορεί να μην οφείλεται σε λάθος του ενός από τους συμβαλλόμενους, όπως για παράδειγμα στην καθυστερημένη λήψη και καταχώριση τιμολογίου σε διαφορετικό τρίμηνο σε σχέση με την έκδοσή του.
Εφόσον λοιπόν δεν προκύπτει ανάγκη διόρθωσης από κανένα από τους συμβαλλόμενους, η απόκλιση θα παραμείνει και από εκεί και πέρα εξαρτάται από τη φορολογική διοίκηση κατά πόσο οι παραμένουσες αποκλίσεις θα διερευνηθούν από τον ελεγκτικό μηχανισμό ή όχι, ώστε να εντοπιστεί η αιτία και να επιβληθούν οι τυχόν κυρώσεις.
Διακινδυνεύουμε την πρόβλεψη, με βάση της αριθμητική ανεπάρκεια του ελεγκτικού μηχανισμού, ότι τέτοιου είδους έλεγχος εάν πραγματοποιηθεί θα αφορά μόνο μεγάλες αποκλίσεις.
Βαγγέλης Μιχελινάκης, Λογιστής Φοροτεχνικός, Σύμβουλος Επιχειρήσεων
ΠΗΓΗ: epixeirisi.gr