Αν κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, διαπιστώνεται η ύπαρξη ποσού που αναδιαμορφώνει
τη φορολογητέα ύλη, όπως ενδεικτικά, έκδοση πιστωτικού τιμολογίου ή δαπάνη, που αφορά σε διαφορετικό φορολογικό έτος, για το οποίο παραγράφηκε το δικαίωμα επιβολής φόρου, η διαφορά του φόρου που προκύπτει θα καταλογιστεί στο αμέσως επόμενο ελεγχόμενο φορολογικό έτος. Παράδειγμα:
Διενεργείται έλεγχος για το φορολογικό έτος 2016 (τελευταίο φορολογικό έτος που δεν έχει παραγραφεί) και διαπιστώνεται λογιστική διαφορά, λόγω έκπτωσης δαπάνης ύψους 100.000 €, η οποία ανάγεται στο φορολογικό έτος 2015 και για την οποία νομίμως έχει εκδοθεί στοιχείο το 2016. Η δαπάνη των 100.000 € δεν αναγνωρίζεται για το φορολογικό έτος 2016 αλλά πληροί τις προϋποθέσεις έκπτωσης στο φορολογικό έτος 2015 στο οποίο αφορά και το οποίο έχει παραγραφεί.
Για το 2016 πρέπει να προστεθεί ως λογιστική διαφορά το ποσό των 100.000 € και αφού υπολογιστεί ο φόρος για το έτος αυτό, να γίνει προσαρμογή του με την αφαίρεση του ποσού του φόρου που αντιστοιχεί στην έκπτωση της δαπάνης για το φορολογικό έτος 2015 (Ε.2082/07.12.2022).
Επιλεγμένα για Εσάς
1) Γιατί να ιδρύσουμε μια ΙΚΕ, ποια είναι τα οφέλη μας ;
2) Σεμινάρια στην έδρα των Επιχειρήσεων